Φραντς Λιστ
Ο Φραντς Λιστ (Franz ή Ferenc Liszt, 22 Οκτωβρίου 1811 - 31 Ιουλίου 1886) ήταν Ούγγρος ρομαντικός συνθέτης και πιανίστας. Μαζί με τον Φρεντερίκ Σοπέν, θεωρούνται οι σημαντικότεροι ρομαντικοί συνθέτες για πιάνο και δύο από τους σπουδαιότερους πιανίστες της εποχής.
Πίνακας περιεχομένων
[Απόκρυψη]Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1811 στο Ράιντινγκ της Ουγγαρίας, κοντά στα σύνορα με την Αυστρία. Οι γονείς του ήταν γερμανικής καταγωγής και ο συνθέτης μεγάλωσε με μητρική γλώσσα τα γερμανικά. Από μικρός έδειξε το ταλέντο του στοπιάνο και σύντομα η οικογένειά του μετακόμισε στη Βιέννη για να λάβει συστηματική διδασκαλία. Εκεί πήρε μαθήματα πιάνου από τον συνθέτη Καρλ Τσέρνυ και σύνθεσης από τον συνθέτη Αντόνιο Σαλιέρι. Το 1822 έδωσε την πρώτη του συναυλία και εντυπωσίασε το κοινό. Στη δεύτερη συναυλία του, το 1823, ανάμεσα στους ενθουσιασμένους ακροατές ήταν και ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν.
Τον Δεκέμβριο του 1823 η οικογένεια Λιστ μετακόμισε στο Παρίσι, επίκεντρο τότε της καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής. Εκεί ο Λιστ δεν μπόρεσε να σπουδάσει στο Κονσερβατουάρ, γιατί δεν ήταν δυνατή η εγγραφή αλλοδαπών, αυτό όμως δεν είχε τελικά αρνητικές επιπτώσεις στην εκπαίδευσή του: συνέχισε όμως να μελετά με δασκάλους ή ως αυτοδίδακτος. Παράλληλα με τις σπουδές του έκανε πολλές περιοδείες για ρεσιτάλ στη Γαλλία και τηνΑγγλία και έγινε σύντομα γνωστός και αγαπητός στα ευρωπαϊκά σαλόνια.
Στο Παρίσι γνώρισε πολλές προσωπικότητες του πνευματικού και καλλιτεχνικού χώρου, όπως τους Βίκτωρ Ουγκό, Λαμαρτίνο, Χάινριχ Χάινε, Βιτσέντζο Μπελίνι,Τζοακίνο Ροσίνι, Φρεντερίκ Σοπέν. Οι συνθέτες που θαύμαζε ήταν ο Εκτόρ Μπερλιόζ, ο Φρεντερίκ Σοπέν και ο Νικολό Παγκανίνι. Εκεί επίσης γνώρισε και δέχθηκε επίδραση από τις σοσιαλιστικές ιδέες του Σαιν-Σιμόν και του Λαμεναί.
Το 1827, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας, ο πατέρας του πέθανε ξαφνικά έπειτα από σύντομη ασθένεια. Ο Λιστ έμεινε τότε χωρίς υποστήριξη και έπρεπε να φροντίσει μόνος για την συνέχιση των σπουδών και της καριέρας του. Άρχισε να παραδίδει μαθήματα πιάνου και μάλιστα ερωτεύτηκε μια μαθήτριά του, αλλά η οικογένειά της απαγόρευσε τη συνέχιση της σχέσης τους. Λίγο καιρό μετά ο συνθέτης πέρασε μια φάση θρησκοληψίας (για δεύτερη φορά, είχε εκδηλώσει και παλαιότερα αυτήν την επιθυμία, αλλά το απέτρεψε ο πατέρας του). Για αρκετό καιρό διέκοψε τις δημόσιες εμφανίσεις και τα ίχνη του χάθηκαν. Λέγεται ότι ο ιερέας Λαμεναί, στενός φίλος της οικογένειας, τον βοήθησε να ξεπεράσει την κρίση.
Το 1833 στο σπίτι του Φρεντερίκ Σοπέν γνωρίστηκε με την κόμισσα Μαρί ντ' Αγκούλτ, η οποία τον ερωτεύτηκε και εγκατέλειψε τον σύζυγό της για να τον ακολουθήσει. Μαζί έζησαν ως το 1844 στην Ελβετία και την Ιταλία και απέκτησαν τρία παιδιά. Εκείνη τη χρονιά το ζευγάρι χώρισε. Αργότερα η κόμισσα έγινε συγγραφέας με το ψευδώνυμο Daniel Stern.
Ως το 1847 ο Λιστ είχε αποκτήσει τεράστια φήμη ως πιανίστας. Αυτός ήταν μάλιστα που καθιέρωσε τον όρο "ρεσιτάλ" και σε αυτόν οφείλεται εν πολλοίς η συνήθεια να ερμηνεύονται τα σολιστικά έργα χωρίς παρτιτούρα στις συναυλίες. Είχε την ικανότητα να συναρπάζει το κοινό με το εξαιρετικά δεξιοτεχνικό και εντυπωσιακό παίξιμό του, όπως έκανε στο βιολί το ίνδαλμά του, ο Νικολό Παγκανίνι.
Από το 1848 ως το 1861 έζησε μόνιμα στη Βαϊμάρη (όπου είχε διοριστεί αρχιμουσικός το 1844), μαζί με τη νέα σύντροφό του Καρολίνα Ιβανόφσκα, εν διαστάσει σύζυγο του Ρώσου πρίγκηπα Ζάιν-Βιτγκενστάιν. Καθώς από το 1847 είχε εγκαταλείψει την καριέρα του πιανίστα για να αφοσιωθεί στη σύνθεση, δραστηριοποιήθηκε πλέον ως αρχιμουσικός δίνοντας πολλές συναυλίες και παράλληλα οργάνωσε την καλλιτεχνική ζωή της πόλης και προσέφερε υποστήριξη σε πολλούς νέους συνθέτες, ένας από τους οποίους ήταν ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του Λιστ από την κόμισσα ντ΄ Αγκούλτ, Κόζιμα. Ο Λιστ διηύθυνε τις πρώτες εκτελέσεις έργων του Βάγκνερ, όπως τα Τανχόιζερ και Ιπτάμενος Ολλανδός. Άλλοι συνθέτες τους οποίους υποστήριξε ήταν οι Αλεξάντρ Μποροντίν,Καμίγ Σαιν-Σανς, Μπέντριχ Σμέτανα. Εκείνη την περίοδο ολοκλήρωσε και κάποια από τα σπουδαιότερα έργα του όπως τα δύο κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα και τη σονάτα για πιάνο.
Το 1861 η σύντροφός του Καρολίνα πήγε στην Ιταλία για να ζητήσει από τον πάπα να εγκρίνει το διαζύγιό της με τον πρίγκηπα Ζάιν-Βιτγκενστάιν ώστε να παντρευτεί με τον συνθέτη. Ο Λιστ την ακολούθησε το 1862, για να εμπνευστεί και να γράψει θρησκευτική μουσική. Το ζευγάρι τελικά δεν παντρεύτηκε ποτέ, επειδή αρχικά τοΒατικανό δεν έδινε την έγκριση και έπειτα επειδή μετά τον θάνατο του πρώην συζύγου της Καρολίνας η οικογένειά της είχε αντιρρήσεις. Ο συνθέτης τελικά εντάχθηκε στον ιερατικό κλάδο το 1865.
Το 1869 διορίστηκε σύμβουλος στη βασιλική αυλή της Ουγγαρίας και από τότε ζούσε εναλλάξ στη Ρώμη, στη Βαϊμάρη και τη Βουδαπέστη, ενώ παράλληλα έκανε περιοδείες. Το 1873 οι Ούγγροι τον ανακήρυξαν εθνικό ήρωα και το 1876 του ανέθεσαν τη διεύθυνση της Μουσικής Ακαδημίας της Βουδαπέστης.
Στις 21 Ιουλίου του 1886 έκανε την τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε συναυλία στο Λουξεμβούργο. Έπειτα επισκέφθηκε όπως κάθε χρόνο το Φεστιβάλ τουΜπαϊρόιτ. Αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και τελικά πέθανε λίγες μέρες μετά την άφιξή του στο Μπαϊρόιτ, στις 31 Ιουλίου.
Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το έργο του είναι πλούσιο: περιλαμβάνει έργα για ορχήστρα, για πιάνο και ορχήστρα, χορωδιακά και έργα για σόλο πιάνο. Τα τελευταία είναι και τα πιο δεξιοτεχνικά, αφού ο ίδιος, με την εκπληκτική τεχνική του, εκμεταλλεύτηκε όλες τις δυνατότητες του οργάνου. Στα έργα του εναλλάσσονται στιγμές υπερβολικής δεξιοτεχνίας με στιγμές λυρισμού και ποιητικότητας και εμφανίζονται πολλές αρμονικές και μορφολογικές καινοτομίες.
Καινοτομίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ενδεικτικά παραδείγματα των μορφολογικών καινοτομιών του είναι τα 2 κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα και η σονάτα για πιάνο. Το πρώτο κοντσέρτο, σε μι ύφεση μείζονα, το επεξεργαζόταν από το 1830 αλλά παρουσίασε την τελική μορφή του το 1855. Δεν ακολουθεί την παραδοσιακή δομή του κοντσέρτου, αλλά τα μέρη του ουσιαστικά είναι ενιαία και επεξεργάζεται σ' αυτά το ίδιο θεματικό υλικό. Εξαιρετικά προκλητική για την εποχή ήταν η χρήση του τρίγωνου στο τρίτο μέρος. Το δεύτερο κοντσέρτο, σε λα μείζονα, το επεξεργαζόταν στο διάστημα 1839-1861. Ούτε αυτό ακολουθεί την παραδοσιακή δομή. Το ίδιο συμβαίνει και με τη σονάτα για πιάνο σε σι μείζονα, που ολοκληρώθηκε το 1853 και παρουσιάστηκε στο κοινό το 1858. Αυτά τα έργα αντιμετωπίστηκαν με δυσπιστία από τους κριτικούς και μόνο τον 20ο αι. καθιερώθηκαν στο πιανιστικό ρεπερτόριο.
Σε κάποια από τα τελευταία έργα του, όπως τα "Μεφίστο Βαλς", "Μακάβριο Τσάρντας" και "Ατονική Μπαγκατέλλα" υπάρχουν και στοιχεία μοντερνισμού.
Μια άλλη καινοτομία του είναι η επινόηση του "συμφωνικού ποιήματος", έργου "περιγραφικού" εμπνευσμένου από τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική ή και προσωπικά βιώματα. Ο Λιστ συνέθεσε 13 συμφωνικά ποιήματα αλλά και σε άλλα έργα του θέλησε να αποδώσει εντυπώσεις και βιώματα. Το πιο χαρακτηριστικό από αυτά είναι το σύνολο έργων για πιάνο "Χρόνια Προσκυνήματος", που διαιρείται σε τρια βιβλία: Ελβετία, Βενετία-Νάπολη και Ρώμη. Σε αυτά περιγράφει μουσικά τις εντυπώσεις του από την παραμονή του σε αυτά τα μέρη, με χαρακτηριστικούς τίτλους όπως Οι καμπάνες της Γενεύης, Τα συντριβάνια της Βίλα ντ' Έστε κ.α.
Έμπνευση από τη λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Σε πολλές συνθέσεις του εμπνεύστηκε από λογοτεχνικά έργα. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι συμφωνίες του Φάουστ, της οποίας τα τρία μέρη έχουν τα ονόματα "Φάουστ", "Μαργαρίτα", "Μεφιστοφελής", από τους ήρωες του Γκαίτε και Δάντης, που είναι εμπνευσμένη από την Κόλαση του Δάντη, του αγαπημένου του συγγραφέα. Άλλα έργα εμπνευσμένα από την ποίηση είναι οι 6 Consolations για πιάνο, σε ποίηση του Saint- Beuve, οι Θρησκευτικές και ποιητικές αρμονίες για πιάνο, σε ποίηση του Λαμαρτίνου, τα 3 Όνειρα Αγάπης, σε στίχους των Ludwich Uhland (1787-1862) και Ferdinand Freiligrath (1810-1876), τα Σονέτα του Πετράρχηαπό τη σειρά Χρόνια Προσκυνήματος.
Έμπνευση από την ουγγρική τσιγγάνικη και λαϊκή μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Λιστ αγαπούσε πολύ τη μουσική των τσιγγάνων της Ουγγαρίας, τη θεωρούσε συνδεδεμένη με τις αναμνήσεις κάθε Ούγγρου και τις ένδοξες μνήμες της πατρίδας του και βάσισε πολλά έργα του σε μελωδίες από λαϊκά τραγούδια και χορούς. Τα πιο διάσημα απ' αυτά είναι οι 19 Ουγγρικές Ραψωδίες για πιάνο, 6 από τις οποίες μεταγράφηκαν αργότερα για ορχήστρα. Άλλα έργα στα οποία επεξεργάζεται υλικό από λαϊκά τραγούδια είναι τα :Ιστορικά Ουγγρικά Πορτραίτα, 5 Ουγγρικά Λαϊκά Τραγούδια για πιάνο και το Ουγγρικό εμβατήριο επίθεσης.
Οι Σπουδές για πιάνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Λιστ θαύμαζε πολύ τον Νικολό Παγκανίνι για τη δεξιοτεχνία του μελετούσε πολύ (συχνά ως και 12 ώρες την ημέρα) για να βελτιώσει την τεχνική του και να μοιάσει στο ίνδαλμά του. Η εκπληκτική δεξιοτεχνία του αποτυπώνεται στις σπουδές για πιάνο που συνέθεσε, έργα πολύ πάρα πολύ απαιτητικά για τους πιανίστες της εποχής, ακόμα και στις δεύτερες, πιο απλοποιημένες εκδόσεις τους. Οι σπουδές για πιάνο που συνέθεσε είναι οι εξής:
- 3 σπουδές κοντσέρτου με τίτλο Lamento, La leggierezza, Un sospiro (1848)
- 2 σπουδές κοντσέρτου με τίτλο Waldesrauschen, Gnomenreigen (1863)
- Μεγάλη σπουδή σε 12 ασκήσεις, 1826 και 1837. Εξαιρετικής δυσκολίας για τους πιανίστες της εποχής.
- 12 Σπουδές υπερβατικής δεξιοτεχνίας (1852) :Είναι η απλοποιημένη μορφή της Μεγάλης Σπουδής, αυτή που παίζεται από τους περισσότερους πιανίστες σήμερα.
- 6 Σπουδές Παγκανίνι, βασισμένες στα Καπρίτσια για βιολί του Νικολό Παγκανίνι (πλην της La Campanella η οποία είναι βασισμένη στο Δεύτερο Κονσέρτο για βιολί, σε σι ελάσσονα).
Τα κυριότερα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Για ορχήστρα
- Συμφωνία "Φάουστ"
- Συμφωνία "Δάντης"
- Συμφωνικά ποιήματα (Πρελούδια, Τάσσος, Ορφέας, Προμηθέας, Μαζέππα κ.α.)
Για πιάνο και ορχήστρα
- 2 κοντσέρτα για πιάνο
- Χορός των νεκρών
- Φαντασία πάνω σε ουγγαρέζικους λαϊκούς σκοπούς
Θρησκευτική Μουσική
- Missa choralis
- Missa solemnis
- Ουγγρική λειτουργία της στέψης
- Requiem
- Ο θρύλος της Αγίας Ελισάβετ, ορατόριο
- Χριστός, ορατόριο
Για πιάνο
- Χρόνια προσκυνήματος
- Σπουδές Παγκανίνι
- Υπερβατικές Σπουδές
- Ουγγρικές Ραψωδίες
- Σονάτα σε σι ελάσσονα
Μεταγραφές έργων για πιάνο
- οι 9 συμφωνίες του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν
- η Φανταστική Συμφωνία του Εκτόρ Μπερλιόζ
- Η Campanella του Νικολό Παγκανίνι
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Φραντς Γιόζεφ Χάυντν
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
| Το λήμμα (ή η ενότητα) δεν παραθέτει πηγές ή δεν περιέχει επαρκείς παραπομπές. Βοηθήστε το προσθέτοντας την κατάλληλη τεκμηρίωση. Η σήμανση τοποθετήθηκε στις 10/06/2012. |
Ο Φραντς Γιόζεφ Χάυντν (γερμ. Franz Joseph Haydn, 31 Μαρτίου ή 1 Απριλίου 1732 – 31 Μαΐου 1809) και παλαιότερα εξελληνισμένα Φραγκίσκος Ιωσήφ Χάϋδν, ήταν Αυστριακός συνθέτης, ένας από τους σημαντικότερους της κλασικής εποχής της μουσικής. Θεωρείται ο "πατέρας" της συμφωνίας και του κουαρτέτου εγχόρδων. Το έργο του περιλαμβάνει κυρίως οργανική μουσική — συμφωνίες και μουσική δωματίου — καθώς και φωνητικά έργα στα οποία περιλαμβάνονται κωμικές και δραματικές όπερες.
Πίνακας περιεχομένων
[Απόκρυψη]Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Νεανικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Χάυντν γεννήθηκε το 1732 στο χωριό Ρόραου (Rohrau) της Αυστρίας κοντά στα σύνορα με την Ουγγαρία. Οι γονείς του δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική, αν και ο πατέρας του έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για την παραδοσιακή μουσική και ήταν αυτοδίδακτος στην άρπα. Ο Χάυντν λαμβάνει τα πρώτα μαθήματα μουσικής κοντά στον συγγενή της οικογένειας Γιόχαν Ματίας Φρανκ και ειδικότερα στο πιάνο και το βιολί. Σε ηλικία επτά ετών γίνεται μέλος της παιδικής χορωδίας στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Στεφάνουστη Βιέννη, ωστόσο γενικά δεν λαμβάνει μία συστηματική μουσική εκπαίδευση κατά τα νεανικά του χρόνια. Εγκαταλείποντας την παιδική χορωδία, ο Χάυντν αναγκάζεται να εργαστεί ως ελεύθερος επαγγελματίας μουσικός, παίζοντας βιολί και πληκτροφόραόργανα ή διδάσκοντας μουσική. Αυτή την περίοδο, που διαρκεί περίπου δέκα χρόνια, καταγράφονται κάποια επιπλέον μαθήματα μουσικής σύνθεσης με τον Νίκολα Πόρπορα (Nicola Porpora), σημαντικό Ιταλό συνθέτη και δάσκαλο τραγουδιού.
Μουσικός διευθυντής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1759 (ή το 1757) ο Χάυντν διορίζεται ως μουσικός διευθυντής στην αυλή του κόμη Karl von Morzin, όπου διευθύνει μία μικρήορχήστρα, για την οποία συνθέτει και την πρώτη του συμφωνία. Σύντομα όμως, όλοι οι μουσικοί της αυλής απολύονται λόγω οικονομικών δυσχερειών του κόμη. Το γεγονός αυτό θεωρείται ορόσημο στην καλλιτεχνική σταδιοδρομία του Χάυντν, καθώς το1761 βρίσκει μόνιμη εργασία στο παλάτι του πρίγκιπα Εστερχάζυ (Paul Anton Eszterházy), το οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνει ένα θέατρο όπερας και δύο μεγάλα δωμάτια μουσικής. Ο Χάυντν είναι υπεύθυνος όχι μόνο για την σύνθεση της μουσικής και την διεύθυνση της ορχήστρας, αλλά και για την εκπαίδευση των μουσικών και την συντήρηση ακόμη των οργάνων.
Σε αυτή τη θέση θα παραμείνει για περισσότερο από τριάντα χρόνια, παράγοντας σχεδόν το σύνολο του έργου του. Σε αυτό το διάστημα καταγράφεται και η ανάπτυξη της φιλίας του Χάυντν με τον Μότσαρτ, του οποίου το έργο άσκησε σημαντική επίδραση στον Χάυντν. Στα σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου συγκαταλέγονται οι συμφωνίες του Παρισιού (1785-1786), η συμφωνία του Αποχαιρετισμού (αρ. 45) καθώς και αρκετές σονάτες για πιάνο και κουαρτέτα εγχόρδων.
Λονδίνο και Βιέννη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά το θάνατο του πρίγκιπα Νικολάου το 1790, ο διάδοχος του Αντώνιος αποφασίζει να απολύσει όλους τους μουσικούς της αυλής. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στον Χάυντν να αποδεχτεί την τιμητική πρόσκληση του ιμπρεσάριου Γιόχαν Πέτερ Σάλομον (Johann Peter Salomon) για μία περιοδεία στο Λονδίνο με την υποστήριξη μιας μεγάλης ορχήστρας. Στα πλαίσια αυτής της περιοδείας, ο Χάυντν συνθέτει συνολικά δώδεκα συμφωνίες, μεταξύ των οποίων η συμφωνία Της Εκπλήξεως (αρ. 94) και η Στρατιωτική (αρ. 100). Οι αποκαλούμενες και συμφωνίες του Λονδίνου, τυγχάνουν μεγάλης απήχησης και συγκαταλέγονται στα πιο σημαντικά έργα του Χάυντν.
Μετά από την περιοδεία στο Λονδίνο, ο Χάυντν επιστρέφει στη Βιέννη, όπου εγκαθίσταται μόνιμα και συνθέτει κυρίως θρησκευτική μουσική. Στο διάστημα αυτό, ολοκληρώνει δύο ορατόρια, τη Δημιουργία (Die Schöpfung) και τις Εποχές (Die Jahreszeiten), του 1798 και 1801 αντίστοιχα. Τα κείμενα για τα δύο αυτά ορατόρια έγραψε ο βαρόνος Gottfried von Swieten και για την Δημιουργία βασίστηκε στη Γένεση και το έργο του Μίλτον Ο χαμένος παράδεισος. Θεωρείται πως τα έργα αυτά είναι επηρεασμένα από τη μουσική του Χαίντελ και ειδικότερα από το ορατόριο του Μεσσία καθώς κατά την επίσκεψή του στο Λονδίνο, ο Χάυντν ήρθε σε επαφή με το έργο του Χαίντελ.
Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Τα έργα του Χάυντν είναι αριθμημένα με βάση την ημερομηνία ολοκλήρωσής τους. Εναλλακτικά χρησιμοποιείται συχνά η ταξινόμηση του Anthony van Hoboken που καθιερώθηκε το 1957. Συνολικά το μουσικό έργο του Χάυντν περιλαμβάνει:
- Ορατόρια και όπερες
- 12 λειτουργίες, με χαρακτηριστικά δείγματα τη Λειτουργία του Νέλσον και τη Λειτουργία των τυμπάνων (αριθμοί έργων 1-12).
- 104 συμφωνίες (ή 108 σύμφωνα με την ταξινόμηση του Hoboken)
- 84 κουαρτέτα εγχόρδων
- 31 τρίο με πιάνο
- 60 σονάτες για πιάνο
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Φέλιξ Μέντελσον-Μπαρτόλντυ
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Φέλιξ Μέντελσον-Μπαρτόλντυ (Felix Mendelson-Bartholdy, 3 Φεβρουαρίου 1809 - 4 Νοεμβρίου 1847) ήταν Γερμανόςσυνθέτης και διευθυντής ορχήστρας. Σπούδασε από πολύ μικρός πιάνο και θεωρία μουσικής. Μόλις εννιά χρονών έπαιξε πιάνο δημόσια και σε ηλικία δώδεκα χρονών άρχισε να συνθέτει τα πρώτα του έργα. Στα δεκαεπτά του χρόνια έγραψε το πρώτο του αριστούργημα, την εισαγωγή στο έργο του Σαίξπηρ "Όνειρο θερινής νυκτός" που είναι και το γνωστότερο έργο του.
Το 1820 διεύθυνε στο Βερολίνο το έργο του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ "Τα κατά Ματθαίον Πάθη" για πρώτη φορά μετά το θάνατό του μεγάλου μουσικού. Το 1833 έγινε αρχιμουσικός στο Ντίσελντορφ και το 1835 θεμελίωσε το ωδείο της Λειψίας που έγινε κέντρο της γερμανικής μουσικής. Αν και πέθανε νέος, μας άφησε πάρα πολλά έργα. Έγραψε τα ορατόρια "Παύλος" και "Ηλίας", πολλές συμφωνίες με σπουδαιότερες την "Ιταλική" και τη "Σκωτική", κοντσέρτα για πιάνο και βιολί, τα "Τραγούδια χωρίς λόγια" περίφημο λυρικό έργο για πιάνο, εισαγωγές (όπως οι περίφημες "Εβρίδες"), σονάτες, μουσική για εκκλησιαστικό όργανο κ.ά. Πέθανε σε ηλικία 38 ετών και θεωρείται εκπρόσωπος του γερμανικού προρομαντισμού.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Σεργκέι Ραχμάνινοφ
Ο Σεργκέι Βασίλιεβιτς Ραχμάνινοφ ( Сергей Васильевич Рахманинов, Sergej Vasil’evič Rahmaninov, ο ίδιος έγραφε το όνομά του Sergei Vasilievich Rachmaninoff, προφορά σύμφωνα με το ΔΦΑ: [sʲɪrˈɡʲej vɐˈsʲilʲjɪvʲɪt͡ɕ rɐxˈmanʲɪnəf], 1 Απριλίου 1873– 28 Μαρτίου 1943) ήταν Ρώσος συνθέτης, πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους πιανίστες του 20ου αιώνα, εξ αιτίας των εξαιρετικών τεχνικών δυνατοτήτων του. Υπάρχουν πολλές ηχογραφήσεις με τον ίδιο να εκτελεί έργα δικά του αλλά και άλλα σημαντικά έργα του πιανιστικού ρεπερτορίου. Η ποιότητα των συνθέσεών του συχνά αμφισβητήθηκε, παρ’ όλο που η δημοτικότητά του ήταν πολύ μεγάλη. Στα έργα του συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, 4 κοντσέρτα για πιάνο, 3 συμφωνίες, 2 σονάτες για πιάνο και 3 όπερες. Το ύφος των περισσότερων συνθέσεών του είναι το ύφος του ύστερου ρομαντισμού, συγγενικό με την μουσική του Τσαϊκόφσκι, αλλά διακρίνονται και επιδράσεις από τον Σοπέν και τον Λιστ.
Πίνακας περιεχομένων
[Απόκρυψη]Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Παιδικά χρόνια και σπουδές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Γεννήθηκε στο Σεμιόνοβο, κοντά στο Νόβγκοροντ, στην βορειοδυτική Ρωσία και ήταν το τέταρτο από τα έξι παιδιά μιας αρκετά εύπορης οικογένειας. Ο πατέρας του,Βασίλι Ραχμάνινοφ, ήταν αξιωματικός του Ρωσικού στρατού (εν αποστρατεία όταν γεννήθηκε ο Σεργκέι) και η μητέρα του κόρη στρατηγού, η οποία είχε προικοδοτήσει το σύζυγό της με μεγάλες εκτάσεις γης και ακίνητα. Ο Βασίλι Ραχμάνινοφ εξ αιτίας του πάθος του για τη χαρτοπαιξία, οδηγήθηκε σε οικονομική καταστροφή το 1882, κατασπαταλώντας την περιουσία της γυναίκας του και το 1882 αναγκάστηκε να πουλήσει και το τελευταίο οικογενειακό κτήμα στο Όνεγκ και να μετακομίσει σε ένα μικρό σπίτι στην Αγία Πετρούπολη.
Ο Βασίλι Ραχμάνινοφ ήταν η αιτία για μια αλυσίδα ψυχολογικών τραυματικών εμπειριών στη ζωή του Σεργκέι, οι οποίες διαμόρφωσαν καθοριστικά την ψυχοσύνθεσή του καθώς και την ανάγκη να εκφράζεται μέσω της σύνθεσης.
Εκείνη την εποχή η Αγία Πετρούπολη μαστίζεται από επιδημία διφθερίτιδας. Τρία από τα αδέλφια του Σεργκέι – μεταξύ των οποίων και ο ίδιος- προσβάλλονται αμέσως. Και αν ο Σεργκέι και ο αδελφός του Βλαντιμίρ διαφεύγουν τον κίνδυνο, ο τραγικός θάνατος της αδελφής του Σοφίας δίνει το τελειωτικό χτύπημα στον κλονισμένο γάμο των γονιών του.
Εκεί στην Αγία Πετρούπολη γράφεται στο Ωδείο με υποτροφία. Αρχικά δεν ενδιαφερόταν για την μουσική και οι επιδόσεις του ήταν κακές, όμως με την συμβουλή του πιανίστα Αλεξάντρ Ζιλότι, που ήταν ξάδερφος του και είχε υπάρξει μαθητής του Φραντς Λιστ, η μητέρα του τον έγραψε στην τάξη πιάνου του Νικολάι Ζβέρεφ, στο Ωδείο της Μόσχας και μετακομίζει στο σπίτι του Ζβέρεφ, ο οποίος προσέφερε στέγη σε ταλαντούχους μαθητές του, και μάλιστα δεν ζητούσε αμοιβή για την διδασκαλία του.
Ήταν όμως απαιτητικός δάσκαλος και είχε επιβάλει αυστηρή πειθαρχία στους μαθητές. Το 1888 ο Ραχμάνινοφ άρχισε να φοιτά στην προχωρημένη τάξη πιάνου του Ζιλότι και παράλληλα να αφιερώνεται στην σύνθεση. Την ίδια περίοδο έφυγε από το σπίτι του Ζβέρεφ επειδή εκεί δεν είχε την απαραίτητη ησυχία να συγκεντρωθεί στην σύνθεση.
Πρώτες επιτυχίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1891 αποφοίτησε από την τάξη πιάνου και ένα χρόνο αργότερα από την τάξη σύνθεσης, ενώ είχε ήδη ολοκληρώσει το 1ο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα. Για την αποφοίτησή του από την τάξη της σύνθεσης του ανατέθηκε να γράψει την μονόπρακτη όπερα Αλέκο. Η εξεταστική επιτροπή ενθουσιάστηκε τόσο από το αποτέλεσμα, που του απένειμε το Χρυσό Μετάλλιο. Η πρεμιέρα της όπερας έγινε στις 27 Απριλίου του 1893 και το έργο έγινε δεκτό με ευνοϊκές κριτικές.
Η επιτυχία του διακόπηκε προσωρινά μετά την πρεμιέρα της 1ης συμφωνίας, στις 15 Μαρτίου 1897 στην Αγία Πετρούπολη, υπό την διεύθυνση του Αλεξάντρ Γκλαζούνοφ, για τον οποίον λέγεται ότι διηύθυνε το έργο μεθυσμένος. Η υποδοχή του έργο από τους κριτικούς ήταν αρνητική και προκάλεσε στον συνθέτη μεγάλη απογοήτευση που εξελίχθηκε σε κατάθλιψη. Τότε διέκοψε προσωρινά την ενασχόληση με την σύνθεση και εργαζόταν μόνο ως διευθυντής ορχήστρας, ενώ παράλληλα υποβαλλόταν σε ψυχοθεραπεία μέσω υπνωτισμού από τον πρωτοπόρο τότε Νικολάι Νταλ. Τα αποτελέσματα της θεραπείας ήταν άμεσα και σύντομα άρχισε να επεξεργάζεται το 2ο κοντσέρτο για πιάνο, που παρουσιάστηκε στις 27 Οκτωβρίου του 1901 υπό την διεύθυνση του Ζιλότι, με τον ίδιο τον συνθέτη στο πιάνο, και είναι ακόμα και σήμερα ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του.
Ο γάμος του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στις 29 Απριλίου 1902 παντρεύτηκε την ξαδέρφη του, Νατάλια Σάτινα. Το ζευγάρι απέκτησε δύο κόρες, την Ιρίνα και την Τατιάνα. Κατά το μήνα του μέλιτος, το ζευγάρι επισκέπτεται τη Βιέννη, τη Βενετία, τη Λουκέρνη και το Μπαϋρόιτ, όπου παρακολουθούν έργα Βάγκνερ. Τις εμπειρίες του από αυτό το ταξίδι ο Ραχμάνινοφ τις αποτυπώνει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, συνθέτοντας τα Δώδεκα Τραγούδια έργο 21 και μετά το ταξίδι μέσα από τα δύο μεγάλα έργα του για σόλο πιάνο, τιςΠαραλλαγές σε ένα θέμα του Σοπέν έργο 22 και τα Πρελούδια έργο 23.
Η επιστροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1904 ανέλαβε την θέση του διευθυντή ορχήστρας στο Θέατρο Μπολσόι. Παρέμεινε στην θέση αυτή για δύο χρόνια˙ ήταν αυστηρός διευθυντής και πολύ επιτυχημένος και οι κριτικές για τις συναυλίες του ήταν πολύ θετικές. Από το 1906 και για τα δύο επόμενα χρόνια ο συνθέτης και η η οικογένεια περνούσαν τους χειμερινούς μήνες στην Δρέσδη. Εκεί συνέθεσε την 2η Συμφωνία op. 27, την 2η Σονάτα op. 28 και το Συμφωνικό ποίημα Το νησί των νεκρών, το οποίο εμπνεύστηκε από τον ομώνυμο πίνακα του Arnold Böcklin.
Το 1909 επέστρεψε στην Ρωσία για να εγκατασταθεί οριστικά και παράλληλα άρχισε να προετοιμάζεται για περιοδεία στις Η.Π.Α.. Για τον σκοπό αυτό συνέθεσε το 3οΚοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, που έγινε αμέσως ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του. Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου η Ρωσία αποκόπηκε από την υπόλοιπη Ευρώπη και οι περιοδείες του συνθέτη διακόπηκαν. Όταν, τον Δεκέμβριο του 1917, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, έλαβε μια πρόσκληση για συναυλίες στην Σουηδία, χωρίς να διστάσει εγκατέλειψε την Ρωσία με την οικογένειά του, δεν γνώριζε όμως ότι δεν επρόκειτο ποτέ να επιστρέψει.
Μετανάστευση στις Η.Π.Α[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Έπειτα από εμφανίσεις στην Σουηδία και την Δανία είχε πολλές προσκλήσεις για να εμφανιστεί ως διευθυντής ορχήστρας στις Η.Π.Α.. Δεν αποδέχθηκε όμως καμία μόνιμη θέση και προτίμησε να εργάζεται ελεύθερα ως πιανίστας. Εγκαταστάθηκε στην Αμερική το 1918 και έγινε ένας από τους δημοφιλέστερους και πιο καλοπληρωμένους βιρτουόζους της εποχής τους. Αυτό του προσέφερε μεγάλη οικονομική άνεση που του επέτρεπε να ζει με πολυτέλεια. Η νοσταλγία όμως όλης της οικογένειας για την πατρίδα τους ήταν μεγάλη. Ζούσαν αποτραβηγμένοι, δεν είχαν επαφές με τα Μέσα και οι γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα παρέμειναν περιορισμένες.
Το 1930 αγόρασε στην Ελβετία μια μεγάλη έκταση και έκτισε μια πολυτελή βίλα την οποία ονόμασε Σεναρ (=Σεργκέι + Νατάλια Ραχμάνινοφ). Εκεί περνούσε τους καλοκαιρινούς μήνες και μόνο εκεί μπόρεσε να ασχοληθεί συστηματικά με την σύνθεση. Αγάπησε την Ελβετία σαν δεύτερη πατρίδα του, όμως αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Τελευταία χρόνια και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1942 εγκαταστάθηκε στο Μπέβερλυ Χιλς και το Φεβρουάριο του 1943 πήρε την Αμερικανική υπηκοότητα. Έδωσε το τελευταίο του ρεσιτάλ στις 17 Φεβρουαρίουτου 1943.
Στην τελευταία συνέντευξη της ζωής του, έχοντας γευτεί καταξίωση και καλλιτεχνικές εμπειρίες όσο λίγοι στη σύγχρονη ιστορία της μουσικής συνοψίζει τις απόψεις του περί σύνθεσης στις ακόλουθες φράσεις: «Η αδιάκοπη μου θέληση να συνθέσω μουσική είναι μια εσωτερική παρότρυνση του να εκφράσω μουσικά τα συναισθήματά μου, όπως η ομιλία για να προφέρω τις σκέψεις μου. Αυτή πρέπει να είναι και η λειτουργική σημασία της σύνθεσης στην ζωή κάθε συνθέτη. Κάθε άλλη, είναι δευτερευούσης σημασίας. Δε συμπαθώ τους συνθέτες που γράφουν με βάση προκαθορισμένες θεωρίες ή υιοθετούν ένα στυλ, μόνο και μόνο επειδή είναι στη μόδα. Οι μεγάλες σελίδες της μουσικής ποτέ δε γράφτηκαν με αυτό τον τρόπο και τολμώ να πω πως ούτε πρόκειται. Η μουσική οφείλει –σε τελική ανάλυση- να είναι η έκφραση της προσωπικότητας του συνθέτη, οφείλει να αντικατοπτρίζει τη χώρα γέννησής του, αγαπημένα συναισθήματα, τη θρησκεία του, τη γλώσσα του, τα βιβλία και τις εικόνες που αγάπησε και τον επηρέασαν, οφείλει να είναι το σύνολο των εμπειριών του. Μελετήστε τα αριστουργήματα των μεγάλων συνθετών και θα βρείτε κάθε πτυχή της προσωπικότητας και του περιβάλλοντός τους στη μουσική τους. Ο χρόνος μπορεί να αλλάξει τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται στη μουσική, δε θα αλλάξει όμως ποτέ την αποστολή της...»
Πέθανε από καρκίνο στις 28 Μαρτίου1943 στο Μπέβερλυ Χιλς, λίγες μέρες πριν τα εβδομηκοστά γενέθλιά του, και ετάφη στο Κοιμητήριο Kensico της Νέας Υόρκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου