Μωρίς Ραβέλ
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Ζοζέφ Μωρίς Ραβέλ (7 Μαρτίου 1875 — Παρίσι, 28 Δεκεμβρίου 1937, πλήρες όνομα : Joseph Maurice Ravel) ήτανΓάλλος συνθέτης. Μαζί με τον Κλωντ Ντεμπυσσύ θεωρούνται οι κύριοι εκπρόσωποι του μουσικού ιμπρεσιονισμού. Τα έργα του για πιάνο αποτελούν ιδιαίτερα δημοφιλή κομμάτια του κλασικού ρεπερτορίου. Πολλά από αυτά όπως τα Jeux d'eau,Miroirs, Le tombeau de Couperin και το Gaspard de la nuit απαιτούν ιδιαίτερη δεξιοτεχνία από τους εκτελεστές τους. Έχει γράψει επίσης σημαντικά έργα για ορχήστρα όπως το Δάφνις και Χλόη.
Το πιο γνωστό του έργο είναι το Μπολερό (1928), το οποίο ο ίδιος θεωρούσε ασήμαντο και κάποτε το είχε περιγράψει ως «ένα κομμάτι για ορχήστρα χωρίς μουσική»[εκκρεμεί παραπομπή].
Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, τα έργα του Ραβέλ είναι κοινό κτήμα από την 1η Ιανουαρίου του 2008 στις περισσότερες χώρες. Στη Γαλλία, λόγω των ανώμαλων επεκτάσεων του νόμου περί πνευματικών δικαιωμάτων σχετικά με τους δύο παγκοσμίους πολέμους, δεν θα εισαχθούν στο ίδιο καθεστώς έως το 2015.
Ο Ραβέλ αν και ήταν ένας κακός μαθητής που κατείχε «λαμπρή θέση» στον κατάλογο των αποτυχημένων υποψήφιων τουΙνστιτούτου[ασαφές], ήταν γραφτό να οδηγήσει τη μουσική του σε μορφολογική τελειότητα και να διαμορφώσει ένα πολύ προσωπικό στιλ που, προσπαθώντας να κρατηθεί όσο πιο πολύ μπορούσε μακριά από ξένες επιδράσεις, ανέβλυζε ελευθερία και πρωτοβουλία και αντανακλούσε την ίδια την προσωπικότητα του συνθέτη.
Γεννημένος ο Μωρίς Ραβέλ το 1875 στο Σιμπούρ, κοντά στα γαλλοϊσπανικά σύνορα, από πολύ μικρή ηλικία έρχεται στοΠαρίσι όπου αρχίζει μαθήματα πιάνου φανερώνοντας εξαιρετική κλίση στη μουσική. Από την ηλικία των είκοσι χρονών παρουσιάζει τις πρώτες συνθέσεις του «Παβάνα για μια νεκρή Ινφάντη», «Συντριβάνια», κουαρτέτο, «Αντανακλασεις», σονατίνα, «Εισαγωγή και αλέγκρο», έργα που συναντούν ψυχρή υποδοχή.
Στα 1907, με την πρώτη ακρόαση των «Φυσικών ιστοριών», ο Ραβέλ γίνεται επίκεντρο δριμύτατων σχολίων αλλά έχει ήδη γίνει διάσημος. Εν τω μεταξύ αρχίζοντας να χρησιμοποιεί ισπανικό χρώμα από την ανεξάντλητη ηχητική του παλέτα «ζωγραφίζει» αριστουργήματα όπως η «Ισπανική Ραψωδία» , τα «Βαλς Ευγενικά και Αισθηματικά» και την «Ισπανική ώρα».
Λίγο πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1912) ανεβαίνει η εξαίσια χορογραφική του σουίτα «Δάφνις και Χλόη», με πρωταγωνιστές τους Νιζίνσκι και Καρσάβινα. Την ίδια χρονιά ενορχηστρώνεται και το αριστούργημα του «Η μάνα μου η χήνα» που έχει πρωτογραφτεί στα 1908 για πιάνο σε 4 χέρια.
Μετά τον πόλεμο ανοίγεται για αυτόν μια νέα εποχή που τη σημαδεύουν τα καινούρια του έργα «Βαλς», σονατίνα για βιολί, «Τσιγγάνα», δυο κοντσέρτα για πιάνο, «Το Παιδί και τα Μάγια», «Μπολερό». Πυροδοτεί πάλι την κοινή γνώμη με το να αρνηθεί τον τίτλο της Λεγεώνας της Τιμής (1920). Ταξιδεύει στις ΗΠΑ (1928), έπειτα στην Αγγλία και κατόπιν από το 1932 γυρίζει σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες για να παρουσιάσει το δημοφιλές κοντσέρτο του σε σολ.
Από το 1933 αρχίζει να έχει προβλήματα με την υγεία του που συνεχώς επιδεινώνεται. Πεθαίνοντας τέσσερα χρόνια αργότερα αφήνει ένα θησαυρό από έργα γραμμένα σε ξεχωριστά καλοδουλεμένη αρμονική και μελωδική γλώσσα, με θαυμάσια ενορχήστρωση, μια από τις καλύτερες όλων των εποχών, που φέρνει τη γνήσια σφραγίδα της εξαιρετικά γόνιμης και ευαίσθητης ιδιοφυΐας του.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Ρίχαρντ Βάγκνερ
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Βίλχελμ Ρίχαρντ Βάγκνερ (γερμ. Wilhelm Richard Wagner) γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1813 στη Λειψία και πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου 1883 στη Βενετία της Ιταλίας. Ήταν πρωτοποριακός Γερμανός ρομαντικός συνθέτης, ποιητής καιμουσικολόγος του 19ου αιώνα.
Πίνακας περιεχομένων
[Απόκρυψη]Βιογραφικά Στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Παιδικά και νεανικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
O συνθέτης γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1813 στη Λειψία και ήταν το ένατο παιδί ενός γραφέα της Αστυνομίας, του Καρλ Φρίντριχ Βάγκνερ (Carl Friedrich Wagner) και της Γιοχάννα Ροσίνε Βάγκνερ, κόρης αρτοποιού. Έξι μήνες μετά τη γέννησή του, στις 23 Νοεμβρίου 1813, πεθαίνει ο πατέρας του από τύφο. Τον Αύγουστο του 1814η μητέρα του ξαναπαντρεύεται τον ηθοποιό, ζωγράφο και ποιητή Λούντβιχ Γκάιερ (Ludwig Geyer), που θα νοιαστεί για τα παιδιά και τον οποίο ο Βάγκνερ θα εκτιμήσει πολύ. Εικασίες ότι ο Γκάιερ ήταν και ο πραγματικός πατέρας του Ρίχαρντ Βάγκνερ ούτε επιβεβαιώθηκαν, αλλά ούτε και διαψεύστηκαν. Φήμες ότι ο Γκάιερ ήτανΕβραίος, που ίσως πίστευε και ο ίδιος ο Βάγκνερ, σήμερα έχουν αποδειχτεί καθαρά λανθασμένες. Το 1814, η οικογένεια θα μετακομίσει στη Δρέσδη. Στις 16 Φεβρουαρίου θα γεννηθεί η ετεροθαλής αδερφή του Βάγκνερ Σεσίλια (Cäcilie).
Το 1817 ο Βάγκνερ πηγαίνει σχολείο. Δύο χρόνια αργότερα ο θετός του πατέρας αρρωσταίνει και τελικά πεθαίνει στις 30 Σεπτεμβρίου 1821. Ο θείος του Κάρολος Γκάιερ (Karl Geyer) θα αναλάβει την ανατροφή. Το 1822 ο Βάγκνερ φοιτά στη Σχολή Κρόυτς (Kreuzschule) της Δρέσδης με το όνομα Βίλχελμ Ρίχαρντ Γκάιερ (Wilhelm Richard Geyer). To 1826 η οικογένεια θα μετακομίσει στην Πράγα. Ο Βάγκνερ θα παραμείνει στη Δρέσδη, όμως επισκέφθηκε την οικογένεια, την πρώτη φορά το 1826, το 1827 για δεύτερη φορά. Από τα Χριστούγεννα του 1827 θα μετακομίσει στον τόπο καταγωγής της οικογένειας, τη Λειψία, όπου και θα φοιτήσει υπό το όνομα Βάγκνερ στη Σχολή Νικολάϊ (Nikolaischule) και στη Σχολή Τόμας (Thomasschule) και θα επηρεαστεί από τον θείο του, τον Αδόλφο Βάγκνερ. Πρώτος του μουσικοδιδάσκαλος ήταν ο Γκότλιμπ Μύλλερ και πρώτο του έργο μια εισαγωγή που εκτελέστηκε στο θέατρο της Λειψίας το 1830. Ο Βάγκνερ διάβαζε Σαίξπηρ και τους ρομαντικούς, όπως τον ποιητή Ε.Τ.Α. Χόφμαν (E.T.A. Hoffmann). Στα 16 του θα ακούσει τη σοπράνο Βιλελμίνε Σρέντερ-Ντέβριεντ (Wilhelmine Schröder-Devrient) στον Φιντέλιο του Μπετόβεν. Από εκείνη τη στιγμή ήξερε ότι ήθελε να γίνει μουσικός και συνέθεσε σύντομα τις πρώτες του σονάτες, ένα κουαρτέτο για βιολιά και την ατελή προσπάθεια όπερας Ο Γάμος (Die Hochzeit). Από το 1831 θα σπουδάσει μουσική στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Παράλληλα έπαιρνε μαθήματα σύνθεσης από τον διευθυντή της χορωδίας της Λειψίας Κρίστιαν Τέοντορ Βάινλιγκ (Christian Theodor Weinlig), στον οποίο και θα αφιερώσει το πρώτο του έργο (Σονάτα για Πιάνο σε σι ύφεση μείζονα). Το 1832 θα συνθέσει τη «Συμφωνία σε ντο μείζονα» και ταξιδεύει για τρίτη φορά στην Πράγα.
Ήταν μέλος της φοιτητικής ένωσης "Corps Saxonia Leipzig", από την οποία τελικώς θα αποκλειστεί, αφού επανειλημμένα θα καταχραστεί τη σύνταξη της μητέρας του λόγω της δυσχερούς του οικονομικής κατάστασης. Το σχόλιό του για τον αποκλεισμό ήταν «Εγώ είμαι μια μεγαλοφυΐα! Για μένα μετράνε άλλες αξίες!».
Το 1833 θα εντυπωσιαστεί μέσω του συγγραφέα και εκδότη Χάινριχ Λάουμπε (Heinrich Laube) από τις ιδέες μιας επαναστατικής λογοτεχνικής κίνησης, της «Νέας Γερμανίας». Παράλληλα, θα ξεκινήσει τη σύνθεση της όπερας Οι Νεράιδες. Στην εφημερίδα του Λάουμπε θα γράψει ένα άρθρο με τον τίτλο «Η Γερμανική Όπερα» και θα επισκεφθεί για τέταρτη φορά τη Βοημία. Ως μουσικός διευθυντής της θερινής σεζόν στο Μπαντ Λάουχστεντ (Bad Lauchstädt) και του θεάτρου στο Μαγδεβούργο(Magdenburg) θα γνωρίσει την ηθοποιό Μίνα Πλάνερ (Minna Planer).
Τα υπόλοιπα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η ταραχώδης ζωή του τον οδήγησε από τη Λειψία στη Ρίγα, στο Παρίσι, στη Δρέσδη, στη Ζυρίχη, στο Μπίμπριχ (κοντά στον ποταμό Μάιντς), στη Βιέννη, στη Λίμνη Στάρνμπεργκ, στο Μόναχο, στη Λουκέρνη, στο Μπαϊρόιτ, παραλείποντας άλλα μέρη βραχυπρόθεσμης παραμονής του. Οι συχνές αυτές μετακινήσεις του οφείλονταν στη δίωξη του από δανειστές του ή από εξοργισμένες κυβερνήσεις. Συχνά επίσης καταχράστηκε χρήματα από τις συζύγους των φίλων του ως αυτονόητο τίμημα που έπρεπε να καταβάλλουν στη μεγαλοφυΐα του.
Ο Βάγκνερ παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη με τη Μίνα Πλάνερ, και τη δεύτερη με την κόρη τού Λιστ, Κόζιμα, η οποία εγκατέλειψε για τον Βάγκνερ τον πρώτο της σύζυγο, τον διάσημο πιανίστα Χανς φον Μπύλοφ, ο οποίος ήταν παράλληλα και ένας από τους πλέον αφοσιωμένους οπαδούς του Βάγκνερ. Ο Βάγκνερ ήταναντισημίτης και ξενόφοβος και τα χαοτικά φυλλάδιά του ενθουσίασαν, κατά τον 20ο αιώνα, τον Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος είχε δηλώσει ότι τα έργα του Βάγκνερ είναι τα πλέον κατάλληλα ακούσματα για τα αυτιά των γνήσιων Γερμανών. Παρ’ όλα αυτά, οι τελευταίες δέκα από τις δεκατρείς όπερές του κατέχουν εξέχουσα θέση στο διεθνές ρεπερτόριο της Όπερας. Πρόκειται για πραγματικά αριστουργήματα, που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας της μουσικής.
Ο Βάγκνερ μεταμόρφωσε την όπερα σε «μουσικό δράμα» (Musikdrama): σε ένα ιδανικό μείγμα μουσικής, ποίησης, χορού και οπτικής απόλαυσης. Ο Βάγκνερ διαφωνούσε έντονα με το χαρακτηρισμό των έργων του ως «μουσικών δραμάτων», διότι πίστευε πως ο χαρακτηρισμός αυτός δεν απέδιδε την ουσία του συνθετικού του έργου. Για αυτόν «η μουσική είναι μία τέχνη ομιλούσα και δρώσα, ενώ η μουσική μορφή είναι μια μορφή έκφρασης, μια διατύπωση. Μια διατύπωση, όμως, είναι ολοκληρωμένη όταν είναι σε τέτοιο βαθμό προσφυής ως προς το περιεχόμενο που εκφράζει, ώστε η ίδια να παραμένει απαρατήρητη. Η μουσική μορφή είναι ένα μέσο που αφομοιώνεται στη λειτουργία την οποία εκτελεί χωρίς να αποκτά αυτόνομη ύπαρξη και σημασία.»[1] Σημαντική θέση στην επαναστατική σύλληψη ενός τέτοιου συνδυασμού μουσικής και δραματουργίας κατέχει η συστηματική χρήση αυτού που αποκαλούμε καθοδηγητικό μοτίβο, ή αλλιώς "leit motiv". Η χρήση τουκαθοδηγητικού μοτίβου (που έφθασε στο απόγειό της στον κύκλο Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν) συνίσταται στην αξιοποίηση ενός μοτίβου ή μουσικού θέματος ως «εκπρόσωπου» για κάθε ήρωα, αντικείμενο ή βασική ιδέα του έργου (ή πολλών έργων στην περίπτωση του Δαχτυλιδιού). Το μοτίβο αυτό εμφανίζεται δεκτικό αλλοιώσεων, επεξεργασίας ή και συνδυασμού με άλλα μοτίβα, ανάλογα με τις δραματουργικές ανάγκες του έργου. Ο Βάγκνερ διεύρυνε τους ορίζοντες του αρμονικού συμβάντος της εποχής του και τα τελευταία χρόνια της ζωής του χαρακτηρίζονται από μουσικό πλούτο και περιπλοκότητα. Προετοίμασαν δε το έδαφος για πολλές από τις μουσικές εξελίξεις του επόμενου αιώνα. Άλλη σημαντική προσφορά του Βάγκνερ ήταν η πρωτοβουλία του (και η καθοριστική συμβολή του στη χρηματοδότηση) για την ανέγερση ενός εκπληκτικού θεάτρου, του Festpielhaus στο Μπαϊρόιτ (Βαυαρία) όπου τα έργα του θα μπορούσαν να παρουσιάζονται σε ιδεώδεις για την εποχή συνθήκες.
Πέθανε το 1883, έχοντας ήδη αναγνωριστεί πανευρωπαϊκά ως μουσική μορφή.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Πιότρ Τσαϊκόφσκι
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
| Πιότρ Τσαϊκόφσκι | ||
|---|---|---|
![]() | ||
| Πληροφορίες | ||
| Όνομα | Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι | |
| Ημ. Γέννησης | 7 Μαΐου 1840 | |
| Ημ. Θανάτου | 18 Νοεμβρίου 1893(53 ετών) | |
| Καταγωγή | Βότκινσκ, Ουντμούρτ | |
| Eίδος | Κλασική μουσική | |
| Ιδιότητες | Συνθέτης | |
| Μουσικά όργανα | Πιάνο | |
Ο Τσαϊκόφσκι γεννήθηκε σε μια μεσοαστική οικογένεια. Η εκπαίδευση που έλαβε τον προετοίμασε για δημόσιο υπάλληλο παρά την πρώιμη μουσική ανάπτυξη που είχε επιδείξει. Ενάντια στις επιθυμίες της οικογένειάς του αποφάσισε να ακολουθήσει καριέρα στη μουσική και το 1862 μπήκε στο Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης, από όπου αποφοίτησε το 1865. Αυτή η τυπική εκπαίδευση με πολλές επιρροές από τη Δύση, τον ξεχώρισε από τη σύγχρονή του εθνικιστική κίνηση, υλοποιημένη από μια ομάδα νεαρών Ρώσων συνθετών γνωστοί ως Η Ομάδα των Πέντε, με τους οποίους ο Τσαϊκόφσκι είχε μία ανάμεικτη επαγγελματική σχέση καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας του.
Πίνακας περιεχομένων
[Απόκρυψη]Παιδικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Τσαϊκόφσκι γεννήθηκε το 1840 στο Βότκινσκ, μια μικρή πόλη στη σημερινή Δημοκρατία των Ουντμούρτ. Ο πατέρας του, Ίλυα Πέτροβιτς Τσαϊκόφσκι, ήταν κυβερνητικός μηχανικός ορυχείων ουκρανικής εθνικότητας, ο οποίος δούλευε ως διευθυντής εργοστασίων σε διάφορες ρώσικες πόλεις. [1] Η μητέρα του συνθέτη, Αλεξάνδρα Αντρέγιεβνα ντ' Ασσιέ, είχε εν μέρει γαλλική καταγωγή και ήταν η δεύτερη από τις τρεις συζύγους του Ίλυα.
Ο Πιοτρ ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο από τα έξι παιδιά από το δεύτερο γάμο του πατέρα του. Είχε τέσσερεις αδερφούς (το Νικολάι, τον Ιππόλυτο και τους δίδυμους Ανατόλι και Μόντεστ με τον τελευταίο να είναι μεταφραστής, δραματουργός και λιμπρετίστας) και μια αδερφή, την Αλεξάνδρα. Είχε επίσης μια ετεροθαλή αδερφή, τη Ζιναΐδα, από τον πρώτο γάμο του πατέρα του.
Το 1843 οι γονείς του Τσαϊκόφσκι προσέλαβαν μια Γαλλίδα γκουβερνάντα, τη Φαννύ Ντουρμπάχ. Η αγάπη και η τρυφερότητά της προς τα παιδιά λέγεται πως ερχόταν σε αντίθεση με την Αλεξάνδρα, η οποία περιγράφεται από ένα βιογράφο ως ένας ψυχρός, δυστυχισμένος, απόμακρος γονιός που δεν ήταν καθόλου επιρρεπής σε εκδηλώσεις τρυφερότητας. Παρόλ' αυτά, άλλοι συγγραφείς υποστηρίζουν πως η Αλεξάνδρα λάτρευε το γιο της.
Ο Τσαϊκόφσκι ξεκίνησε μαθήματα πιάνου στην ηλικία των πέντε ετών. Ως ένας πολύ ταλαντούχος μαθητής ο Τσαϊκόφσκι μπορούσε να διαβάζει μουσική τόσο καλά όσο και ο δάσκαλος του μέσα σε τρία χρόνια. Οι γονείς του υποστήριζαν πάρα πολύ το μουσικό ταλέντο του, προσλαμβάνοντας για εκείνον έναν καθηγητή, αγοράζοντάς του ένα όργανο και ενθαρρύνοντας τις σπουδές του στο πιάνο. Ωστόσο, ο ενθουσιασμός των γονιών του για το μουσικό ταλέντο του σύντομα υποχώρησε. Το 1850, η οικογένεια αποφάσισε να στείλει τον Τσαϊκόφσκι στην Αυτοκρατορική Νομική Σχολή στην Αγία Πετρούπολη. Αυτό το ίδρυμα εξυπηρετούσε τους λιγότερο αριστοκράτες και μεγαλοαστούς και θα τον προετοίμαζε για μια καριέρα δημοσίου υπαλλήλου. Καθώς η κατώτατη ηλικία αποδοχής σε αυτή τη σχολή ήταν τα δώδεκα, ο Τσαϊκόφσκι έπρεπε να περάσει δύο χρόνια εσώκλειστος στο προκαταρκτικό σχολείο της Αυτοκρατορικής Νομικής Σχολής 1.300 χλμ. μακριά από την οικογένειά του. Μόλις πέρασαν αυτά τα δύο χρόνια, ο Τσαϊκόφσκι μεταφέρθηκε στην Αυτοκρατορική Νομική Σχολή για να ξεκινήσει έναν επταετή κύκλο μαθημάτων.
Αναδυόμενος Συνθέτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Δημόσιες Υπηρεσίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στις 25 Ιουνίου 1854 ο Τσαϊκόφσκι υπέστη το σοκ του θανάτου της μητέρας του, Αλεξάνδρας, από χολέρα. Επηρεάστηκε τόσο που δεν ήταν σε θέση να ενημερώσει τη Φαννύ Ντουρμπάχ πριν περάσουν δύο χρόνια. Μολαταύτα, μέσα σε ένα μήνα από το θάνατο της μητέρας του έκανε τις πρώτες του σοβαρές προσπάθειες στη σύνθεση, ένα βαλς στη μνήμη της. Αρκετοί συγγραφείς υποστηρίζουν πως η απώλεια της μητέρας του έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη σεξουαλική ανάπτυξη του Τσαϊκόφσκι, μαζί με την εμπειρία του στην υποτιθέμενη εκτεταμένη ομοφυλοφιλική άσκηση ανάμεσα στους μαθητές της Αυτοκρατορικής Νομικής Σχολής. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, κάποιες φιλίες με συμφοιτητές, όπως με τον Αλεξέι Ακπούτιν και τον Βλαντιμίρ Γκέραρντ, ήταν αρκετά έντονες ώστε να διαρκέσουν για το υπόλοιπο της ζωής του. Η μουσική δε θεωρούταν προτεραιότητα στη Σχολη αλλά ο Τσαϊκόφσκι παρακολουθούσε συχνά όπερα και θέατρο με άλλους φοιτητές. Αγαπούσε τα έργα του Ροσσίνι, του Μπελίνι, του Βέρντι και του Μότσαρτ. Ο κατασκευαστής πιάνων Φράντζ Μπέκερ επισκεπτόταν περιστασιακά τη σχολή ως δάσκαλος μουσικής. Αυτή ήταν η μόνη επίσημη μουσική εκπαίδευση που έλαβε ο Τσαϊκόφσκι εκεί. Από το 1855 ο Ίλυα Τσαϊκόφσκι χρηματοδότησε ιδιαίτερα μαθήματα με τον Ρούντολφ Κούντινγκερ, έναν πασίγνωστο δάσκαλο πιάνου από τη Νυρεμβέργη. Ο Ίλυα ρώτησε, επίσης, τον Κούντινγκερ σχετικά με τη μουσική καριέρα του γιου του. Ο Κούντινγκερ απάντησε πως τίποτα δεν υποδείκνυε έναν μελλοντικό συνθέτη ή έστω έναν καλό ερμηνευτή.
Ωριμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Αν και απόλαυσε πολλές επιτυχίες, δεν ήταν ποτέ συναισθηματικά ασφαλής και η ζωή του ήταν γεμάτη με προσωπικές κρίσεις και περιόδους κατάθλιψης. Παράγοντες που συντέλεσαν σε αυτό ήταν η καταπιεσμένη του ομοφυλοφιλία και ο φόβος της διαπόμπευσης, ο καταστροφικός του γάμος και η ξαφνική κατάρρευση της μοναδικής μεγάλης διάρκειας σχέσης στην ενήλικη ζωή του, της δεκατριάχρονης σχέσης του με την πλούσια χήρα Ναντέζντα φον Μεκ. Εν μέσω προσωπικών αναταραχών η φήμη του Τσαϊκόφσκι μεγάλωνε. Τιμήθηκε από τον Τσάρο, του χορηγήθηκε ισόβια σύνταξη και εγκωμιαζόταν στα μουσικά μέγαρα όλου του κόσμου. Ο ξαφνικός του θάνατος σε ηλικία 53 ετών αποδίδεται γενικά σε χολέρα αλλά κάποιοι τον αποδίδουν σε αυτοκτονία.[2]
Απήχηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Αν και είναι διαχρονικά δημοφιλής στο φιλόμουσο κοινό όλου του κόσμου, ο Τσαϊκόφσκι έχει κατά καιρούς επικριθεί σκληρά από κριτικούς, μουσικούς και συνθέτες. Παρόλ' αυτά, η φήμη του ως ένας σημαντικός και αξιόλογος συνθέτης θεωρείται πλέον γενικά απρόσβλητη.[3] Στις αρχές και στα μέσα του 20ου αιώνα, οι δυτικοί κριτικοί απέρριπταν τη μουσική του ως κοινή και με έλλειψη υψηλού πνεύματος, αλλά αυτή η περιφρόνηση έχει κατά μεγάλο μέρος εξαλειφθεί.[4]
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Τζουζέπε Βέρντι
κΟ Τζουζέπε Φορτουνίνο Φραντσέσκο Βέρντι (ιταλικά:Giuseppe Fortunino Francesco Verdi, 10 Οκτωβρίου 1813 –27 Ιανουαρίου 1901) ήταν Ιταλός μουσικός συνθέτης, από τους διασημότερους στο είδος της όπερας. Ανάμεσα στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι όπερες Ριγκολέττο, Ναμπούκο, Τραβιάτααι Αΐντα, μέρη των οποίων ("La donna è mobile", "Va, pensiero", "Libiamo" και θριαμβικό εμβατήριο αντίστοιχα) είναι πασίγνωστα.
Πίνακας περιεχομένων
[Απόκρυψη]Τα πρώτα χρόνια, η γρήγορη ανέλιξη και η οικογενειακή τραγωδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Γεννήθηκε στη Ρονκόλα της τότε Γαλλικής Αυτοκρατορίας, ένα χωριό κοντά στο Μπουσσέτο της Ιταλίας, και πέθανε στοΜιλάνο. Γονείς του ήταν οι Κάρλο Τζουζέπε Βέρντι και Λουίτζια Ουττίνι (Luigia Uttini). Ενώ ακόμα ήταν παιδί, η οικογένεια μετακόμισε στο Μπουσσέτο, όπου η μόρφωση του μελλοντικού συνθέτη διευκολύνθηκε πολύ από τις επισκέψεις του στη μεγάλη βιβλιοθήκη της τοπικής σχολής των Ιησουιτών. Στο Μπουσσέτο ο Βέρντι πήρε τα πρώτα του μαθήματα στη μουσική σύνθεση. Πολύ νωρίς έδειξε καταπληκτική κλίση στη μουσική. Σε ηλικία 20 ετών πήγε στο Μιλάνο για να συνεχίσει τις σπουδές του και στα 23 του χρόνια πήρε τη θέση του διευθυντή της φιλαρμονικής του Μπουσσέτο. Το1839 παρουσιάστηκε η πρώτη του όπερα, ο Ομπέρτο, στη Σκάλα του Μιλάνου, με πολύ καλές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο ο θάνατος της γυναίκας του και των δύο παιδιών του τον έφεραν σε απελπισία σε σημείο να μη θέλει πλέον άλλο ν' ασχοληθεί με τη μουσική.
Η επιστροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Παρά ταύτα το 1840 παρουσιάστηκε η κωμική όπερα Μια μέρα βασιλείας, η οποία όμως σημείωσε αποτυχία. Στενοχωρημένος ο Βέρντι αποσύρθηκε στο σπίτι του στο Μιλάνο. Έτσι δύο χρόνια μετά, με τον θρίαμβο της τέχνης πάνω στον πόνο του, το 1842, αποδέχθηκε την πρόταση να ξαναρχίσει να γράφει όπερες για τη Σκάλα του Μιλάνου και η όπερά του Ναμπούκο (= Ναβουχοδονόσωρ) απέσπασε πολύ καλές κριτικές και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Από τότε ο Βέρντι αφοσιώθηκε στη σύνθεση όπερας. Ήταν η αρχή μιας θριαμβευτικής σταδιοδρομίας που συνδέθηκε πολύ στενά με τις προσπάθειες για την πολιτική ένωση (Risorgimento) της Ιταλίας. Μια τάση που ο ίδιος ο Βέρντι ενεθάρρυνε με τη θεματολογία των έργων του, τα οποία, εμπνεόμενα από το ιστορικό παρελθόν και επενδυμένα με εντυπωσιακά χορωδιακά, δημιουργούσαν εύκολα στο κοινό συνειρμούς με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό της ταύτισης του ονόματος του Βέρντι με το Risorgimento ήταν το σύνθημα που ακουγόταν τότε Viva VERDI (Viva Vittorio Emanuele Re D'Italia - Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ βασιλιάς της Ιταλίας).
Η αναγνώριση εκτός Ιταλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Με τους Λομβαρδούς (1843), τον Ερνάνη (1844), τον Αττίλα (1846), τη Λουίζα Μίλλερ (1847) και τον Μάκβεθ (1849) ο Βέρντι πέτυχε την αναγνώρισή του ως συνθέτη και εκτός Ιταλίας. Στις αρχές τις δεκαετίας του 1850 τρεις όπερές του, ο Ριγκολέττο (1851), ο Τροβατόρε (1853) και η Τραβιάτα (1853), είχαν τεράστια επιτυχία, όπως και Οι Σικελικοί Εσπερινοί (1855) και ο Χορός Μεταμφιεσμένων (1859). Η διεθνής του καταξίωση φαίνεται και από το γεγονός ότι οι επόμενες όπερές του πρωτοανέβηκαν σε λυρικά θέατρα εκτός Ιταλίας. Το 1862 Η δύναμη του πεπρωμένου παρουσιάστηκε στην Αγία Πετρούπολη, ο Δον Κάρλος το 1867 στο Παρίσι και ηΑΐντα το 1871 στο Κάιρο, για τα εγκαίνια της διώρυγας του Σουέζ.
Τα τελευταία έργα και το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά από ένα μεγάλο διάστημα σιωπής, η γνωριμία του με τον κατά πολύ νεότερό του ποιητή και συνθέτη Αρίγκο Μπόιτο ανανέωσε το ενδιαφέρον του Βέρντι για την όπερα. Το 1887 παρουσιάστηκε ο Οθέλλος και τέλος το 1893 ο Φάλσταφ και τα δύο σε λιμπρέτα του Μπόιτο βασισμένα σε έργα του Σαίξπηρ. Ο Βέρντι πέθανε στις27 Ιανουαρίου 1901 ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην κηδεία του προσήλθαν 200.000 άνθρωποι, τιμή που άρμοζε στον μεγάλο Ιταλό που τόσο αγαπήθηκε.
Εκτός από τις 26 όπερες ο Βέρντι έγραψε και εκκλησιαστική μουσική. Κορυφαίο έργο του σε αυτό τον τομέα είναι το Ρέκβιεμ[1] (1874), ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα Τέσσερα ιερά κομμάτια (1898). Επίσης έγραψε αρκετές ρομάνς και ένα κουαρτέτο για έγχορδα σε μι ελάσσονα (1873).
Εκτός μουσικής σκηνής διακρίθηκε για τον καλό χαρακτήρα του και τις αγαθοεργίες του. Μεταξύ άλλων χρηματοδότησε την ανέγερση και τη λειτουργία ενός νοσοκομείου και δημιούργησε έναν Οίκο Ανάπαυσης για τους αναξιοπαθούντες μουσικούς, σε μια κρύπτη του οποίου τάφηκε και ο ίδιος.
Όπερες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
- Oberto, 1839
- Un giorno di regno (Μια μέρα βασιλιάς), 1840
- Nabucco (Ναμπούκο), 1842
- I Lombardi alla prima crociata (Οι Λομβαρδοί στην Πρώτη Σταυροφορία), 1843
- Ernani (Ερνάνης), 1844
- I due Foscari (Οι δύο Φόσκαρι), 1844
- Giovanna d'Arco (Ζαν ντ’ Αρκ), 1845
- Alzira, 1845
- Attila (Αττίλας), 1846
- Macbeth, 1847
- I masnadieri, (Οι Ληστές),1847
- Jérusalem (αναθεώρηση και απόδοση στα Γαλλικά των Λομβαρδών) 1847
- Il corsaro, 1848
- La battaglia di Legnano, (Η μάχη του Λενιάνο), 1849
- Luisa Miller (Λουίζα Μίλλερ), 1849
- Stiffelio, 1850
- Rigoletto (Ριγκολέττο), 1851
- Il trovatore (Τροβατόρε = «Ο τροβαδούρος»), 1853
- La traviata (Τραβιάτα = «Η παραστρατημένη»), 1853
- I vespri siciliani (Ο Σικελικός Εσπερινός), 1855
- Simon Boccanegra (Σιμόν Μποκανέγκρα), 1857
- Aroldo (αναθεώρηση του Stiffelio), 1857
- Un ballo in maschera (Χορός μεταμφιεσμένων), 1859
- La forza del destino (Η δύναμη του πεπρωμένου), 1862
- Don Carlos (Δον Κάρλος), 1867
- Aida (Αΐντα), 1871
- Otello (Οθέλος), 1887
- Falstaff, 1893


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου